παρωδος


παρωδος
    παρῳδός
    παρ-ῳδός
    I
    2
    не относящийся к песне, т.е. посторонний, неуместный
    

(αἰνίγματα Eur.)

    II
    ὅ автор пародий, парод Anth.

Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "παρωδος" в других словарях:

  • παρῳδός — burlesque masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρωδός — όν, Α 1. αυτός που παραβαίνει τους κανόνες τού άσματος, που κάνει σκοτεινούς υπαινιγμούς («λόγους κοὐκέτι... παρῳδοῑς αἰνίγμασι», Ευρ.) 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ παρῳδός α) ο ποιητής παρωδιών β) εκείνος που απαγγέλλει παρωδίες. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) *… …   Dictionary of Greek

  • παρῳδόν — παρῳδός burlesque masc/fem acc sg παρῳδός burlesque neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρ(α)- — α συνθετικό πολλών συνθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στην πρόθεση παρά. Απαντά και με τη μορφή παραι σε συνθ. τής Αρχαίας Ελληνικής (πρβλ. παραι βάτης). Το παρ(α) συντίθεται με ρήματα, ονόματα και επιρρήματα και εμφανίζει… …   Dictionary of Greek

  • παρωδία — Λογοτεχνική σύνθεση ή θέαμα (πρόζας, επιθεώρησης, χορού, μουσικής, κινηματογράφου) που παρωδεί το περιεχόμενο ή το ύφος και τη γλώσσα ενός άλλου κειμένου ή θεάματος. Το έργο που παρωδείται πρέπει να πληρεί δύο προϋποθέσεις, να είναι σοβαρό και να …   Dictionary of Greek

  • παρωδώ — παρῳδῶ, έω, ΝΜΑ [παρωδός] απομιμούμαι το ύφος, την τεχνοτροπία ή τις ιδέες κάποιου με σκοπό την πρόκληση γέλιου, υπερτονίζοντας τις αδυναμίες ή τις ιδιαιτερότητές του 2. διακωμωδώ, χλευάζω χρησιμοποιώντας το μέσο τής απομίμησης μσν. προσθέτω… …   Dictionary of Greek

  • σπουδαιοπάρωδος — ον, Α αυτός που συνθέτει παρωδίες σοβαρών λόγων. [ΕΤΥΜΟΛ. < σπουδαίος + παρῳδός «ποιητής παρωδιών»] …   Dictionary of Greek

  • παρωιδοῖς — παρῳδέω write by way of parody pres opt act 2nd sg (attic epic doric) παρῳδός burlesque masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρῳδοῖς — παρῳδέω write by way of parody pres opt act 2nd sg (attic epic doric) παρῳδός burlesque masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρῳδοῦ — παρῳδέω write by way of parody pres imperat mp 2nd sg (attic) παρῳδέω write by way of parody imperf ind mp 2nd sg (attic) παρῳδός burlesque masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρῳδῶν — παρῳδέω write by way of parody pres part act masc nom sg (attic epic doric) παρῳδή fem gen pl παρῳδός burlesque masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.